×

Προειδοποίηση

JFolder: :files: Η διαδρομή δεν καταλήγει σε φάκελο. Διαδρομή: var/www/vhosts/epoliteia.gr/httpdocs

 

Δικαιοσύνη, ελευθερία και ασφάλεια

 
 
Η υλοποίηση του χώρου δικαιοσύνης, ελευθερίας και ασφάλειας δημιουργήθηκε με σκοπό να εξασφαλίσει την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων και να προσφέρει στους πολίτες ένα υψηλό επίπεδο προστασίας. Περιλαμβάνει πολιτικές που απλώνονται από τη διαχείριση των εξωτερικών συνόρων της Ένωσης μέχρι τη δικαστική συνεργασία σε αστικές και ποινικές υποθέσεις. Καλύπτει τις πολιτικές για το άσυλο και τη μετανάστευση, την αστυνομική συνεργασία και την καταπολέμηση της εγκληματικότητας (καταπολέμηση της τρομοκρατίας, του οργανωμένου εγκλήματος, της εμπορίας ανθρώπων, των ναρκωτικών, κλπ.).
Η δημιουργία του χώρου δικαιοσύνης, ελευθερίας και ασφάλειας στηρίζεται στα προγράμματα του Τάμπερε (1999-04), της Χάγης (2004-09) και της Στοκχόλμης (2010-14). Βασίζεται στον τίτλο V της συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, από τον οποίο και προκύπτουν οι ρυθμίσεις για το «Χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης».
 
 
Δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας των πολιτών της Ένωσης και των μελών της οικογενείας τους
 
Η Ένωση εκδίδει οδηγία σχετικά με το δικαίωμα των Ευρωπαίων πολιτών να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα σε όλη την Ένωση, συγκεντρώνοντας τις πράξεις που βρίσκονται διάσπαρτες στο περίπλοκο νομοθετικό σύστημα βάσει του οποίου διευθετείτο μέχρι σήμερα το ζήτημα. Μεταξύ άλλων, τα καινούργια μέτρα στοχεύουν: στη διευκόλυνση της άσκησης του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής των πολιτών της Ένωσης, στον περιορισμό στο ελάχιστο των αναγκαίων διοικητικών διατυπώσεων, στον καλύτερο προσδιορισμό του καθεστώτος των μελών της οικογενείας τους, στην οριοθέτηση της δυνατότητας άρνησης ή τερματισμού της διαμονής, στην καθιέρωση ενός δικαιώματος μόνιμης διαμονής.
 
ΠΡΑΞΗ
 
Οδηγία 2004/38/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004 σχετικά με το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης και των μελών της οικογενείας τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στο έδαφος των κρατών μελών, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1612/68 και την κατάργηση των οδηγιών 64/221/ΕΚ,68/360/ΕΟΚ,72/194/ΕΟΚ,73/148/ΕΟΚ,75/34/ΕΟΚ,75/35/ΕΟΚ,90/364/ΕΟΚ,90/365/ΕΟΚ κα ι93/96/ΕΟΚ.
 
ΣΥΝΟΨΗ
 
Η οδηγία συγκεντρώνει σε ένα μόνο κείμενο το περίπλοκο νομοθετικό σύστημα που ισχύει στον τομέα του δικαιώματος εισόδου και διαμονής των πολιτών της Ένωσης και το οποίο διέπεται από δύο κανονισμούς και εννέα οδηγίες. Η απλούστευση αυτή έχει ως στόχο να βοηθήσει όχι μόνο τους πολίτες, αλλά και τις εθνικές αρχές στην εφαρμογή των προαναφερθέντων δικαιωμάτων. Εξάλλου, η οδηγία απλουστεύει κατά το μέγιστο τις διατυπώσεις που είναι αναγκαίες για την άσκηση του δικαιώματος διαμονής των πολιτών της ΕΕ και των μελών της οικογενείας τους.
 
Γενικές διατάξεις 
 
Η παρούσα οδηγία αποσκοπεί στη ρύθμιση:
 
  • των όρων άσκησης του δικαιώματος της ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής των πολιτών της ΕΕ * και των μελών της οικογενείας τους *•
  • του δικαιώματος μόνιμης διαμονής•
  • των περιορισμών που μπορούν να τεθούν στα προαναφερθέντα δικαιώματα για λόγους δημόσιας τάξης, δημόσιας ασφάλειας και δημόσιας υγείας.
Δικαίωμα κυκλοφορίας και διαμονής μέχρι τρεις μήνες 
 
Κάθε πολίτης της Ένωσης έχει το δικαίωμα να αναχωρεί από το έδαφος ενός κράτους μέλους προκειμένου να μεταβεί σε άλλο κράτος μέλος, εφόσον φέρει ισχύον δελτίο ταυτότητας ή διαβατήριο. Σε κάθε περίπτωση, δεν μπορεί να του επιβληθεί καμία θεώρηση εξόδου ή εισόδου. Εάν ο πολίτης της Ένωσης δεν έχει τα απαιτούμενα ταξιδιωτικά έγγραφα, το κράτος μέλος υποδοχής παρέχει στο πρόσωπο αυτό κάθε εύλογη δυνατότητα για την απόκτηση ή λήψη των αναγκαίων εγγράφων.
 
Τα μέλη της οικογενείας που δεν έχουν την ιθαγένεια κράτους μέλους απολαύουν δικαιωμάτων ιδίων με εκείνα του πολίτη που συνοδεύουν. Μπορεί να τους επιβληθεί μόνο η υποχρέωση της θεώρησης σύντομης διαμονής σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) 539/2001. Ο τίτλος διαμονής ισοδυναμεί με θεώρηση σύντομης διαμονής.
 
Για διαμονή που δεν υπερβαίνει τους τρεις μήνες, το μόνο που απαιτείται από τον πολίτη της Ένωσης είναι να έχει στην κατοχή του έγγραφο ταυτότητας ή έγκυρο διαβατήριο. Το κράτος μέλος υποδοχής μπορεί να απαιτήσει από τον ενδιαφερόμενο να γνωστοποιήσει την παρουσία του στην επικράτειά του, εντός εύλογης προθεσμίας που δεν δημιουργεί διακρίσεις.
 
Δικαίωμα διαμονής για χρονικό διάστημα άνω των τριών μηνών 
 
Το δικαίωμα διαμονής του πολίτη για χρονικό διάστημα άνω των τριών μηνών ισχύει εφόσον:
 
  • είτε ασκεί οικονομική δραστηριότητα ως μισθωτός ή μη μισθωτός εργαζόμενος•
  • είτε διαθέτει επαρκείς πόρους και ασφάλιση ασθενείας ούτως ώστε να μην επιβαρύνει κατά τη διάρκεια της διαμονής του το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας του κράτους μέλους υποδοχής. Στο πλαίσιο αυτό, τα κράτη μέλη δεν δύνανται να προσδιορίζουν το ύψος των πόρων που τα ίδια θεωρούν επαρκείς, πρέπει όμως να λάβουν υπόψη τους την προσωπική κατάσταση του ενδιαφερομένου•
  • είτε παρακολουθεί κατάρτιση ωςσπουδαστής και διαθέτει επαρκείς πόρους και ασφάλεια ασθένειας ώστε να μην καταστεί κατά την παραμονή του βάρος για την κοινωνική πρόνοια του κράτους μέλους υποδοχής•
  • είτε είναι μέλος της οικογενείας πολίτη της Ένωσης που εμπίπτει σε μια από τις προαναφερθείσες κατηγορίες.

Το δελτίο διαμονής για τους πολίτες της Ένωσης καταργείται. Ωστόσο, τα κράτη μέλη μπορούν να απαιτούν από τους πολίτες να παρουσιάζονται προς εγγραφή στις αρμόδιες υπηρεσίες εντός προθεσμίας που δεν υπερβαίνει τους τρεις μήνες από την άφιξή τους. Η βεβαίωση εγγραφής χορηγείται αμέσως, βάσει προσκόμισης:

  • ισχύοντος δελτίου ταυτότητας ή διαβατηρίου•
  • απόδειξης ότι πληρούνται οι παραπάνω όροι (βλ. άρθρο 8 της οδηγίας για τα απαιτούμενα αποδεικτικά στοιχεία για κάθε κατηγορία πολιτών). Οι πολίτες της Ένωσης που παρακολουθούν μαθήματα κατάρτισης πρέπει να αποδείξουν με δήλωση ή με οποιοδήποτε άλλο μέσο της επιλογής τους ότι διαθέτουν επαρκείς πόρους για τον εαυτό τους και για τα μέλη της οικογενείας τους ώστε να μην καταστούν κατά την παραμονή τους βάρος για το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας του κράτους μέλους υποδοχής. Τούτο αρκεί να αποδείξει ότι πληρούν τους όρους περί επαρκών πόρων.
Τα μέλη της οικογενείας πολίτη της Ένωσης που δεν έχουν την ιθαγένεια κράτους μέλους οφείλουν να ζητούν «δελτίο διαμονής μέλους της οικογενείας ενός πολίτη της Ένωσης», το οποίο ισχύει για πέντε έτη από την ημερομηνία χορήγησής του.
 
Υπό ορισμένες προϋποθέσεις, ο θάνατος του πολίτη της Ένωσης ή η αναχώρησή του από την επικράτεια του κράτους μέλους υποδοχής, καθώς και το διαζύγιο, η ακύρωση του γάμου ή η λήξη της εταιρικής σχέσης δεν θίγουν το δικαίωμα διαμονής των μελών της οικογενείας του τα οποία δεν έχουν την ιθαγένεια του κράτους μέλους.
 
Δικαίωμα μόνιμης διαμονής 
 
Κάθε πολίτης της Ένωσης αποκτά το δικαίωμα μόνιμης διαμονής στο κράτος μέλος υποδοχής εφόσον έχει διαμείνει νομίμως και επί συνεχές διάστημα πέντε ετών στο έδαφος του εν λόγω κράτους μέλους και εφόσον δεν έχει ληφθεί κατά αυτού κάποιο μέτρο απέλασης. Το δικαίωμα μόνιμης διαμονής δεν υπόκειται πλέον σε κανέναν όρο. Ο ίδιος κανόνας ισχύει και για τα μέλη της οικογενείας που δεν έχουν την ιθαγένεια κράτους μέλους και τα οποία έχουν διαμείνει επί πέντε έτη με πολίτη της Ένωσης. Αποκτηθέν δικαίωμα μόνιμης διαμονής, αυτό χάνεται αποκλειστικά σε περίπτωση απουσίας από το κράτος μέλος υποδοχής για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει τα δύο συναπτά έτη.
 
Στους πολίτες της Ένωσης που υποβάλλουν αίτηση χορηγείται έγγραφο που βεβαιώνει το δικαίωμα μόνιμης διαμονής τους. Τα κράτη μέλη χορηγούν στα μέλη των οικογενειών τους που είναι υπήκοοι τρίτων χωρών άδεια μόνιμης διαμονής απεριόριστης διάρκειας που ανανεώνεται δικαιωματικά κάθε τέσσερα έτη. Η άδεια αυτή χορηγείται εντός έξι μηνών από την υποβολή της σχετικής αίτησης. Το αδιάκοπο της κατοικίας μπορεί να αποδειχθεί με οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο που ισχύει στο κράτος μέλος υποδοχής.
 
Διατάξεις κοινές για το δικαίωμα διαμονής και το δικαίωμα μόνιμης διαμονής 
 
Κάθε πολίτης της Ένωσης που έχει δικαίωμα διαμονής ή δικαίωμα μόνιμης διαμονής, καθώς και τα μέλη της οικογενείας του, απολαύει ίσης μεταχείρισης σε σύγκριση με τους ημεδαπούς στον τομέα εφαρμογής της Συνθήκης. Ωστόσο, το κράτος μέλος υποδοχής δεν είναι υποχρεωμένο να χορηγεί δικαίωμα παροχών κοινωνικής πρόνοιας, παρά μόνο στα πρόσωπα που είναι μισθωτοί ή μη μισθωτοί εργαζόμενοι και στα μέλη των οικογενειών τους. Τα κράτη μέλη επίσης δεν είναι υποχρεωμένα να χορηγήσουν στα άτομα αυτά ενισχύσεις για σπουδές ούτε για επαγγελματική κατάρτιση υπό μορφή υποτροφιών ή δανείων πριν από την απόκτηση του δικαιώματος μόνιμης διαμονής. Τα μέλη των οικογενειών τους, ανεξαρτήτως ιθαγένειας, έχουν δικαίωμα να ασκήσουν μισθωτή ή μη μισθωτή οικονομική δραστηριότητα.
 
Περιορισμός του δικαιώματος εισόδου και διαμονής για λόγους δημόσιας τάξης, δημόσιας ασφάλειας ή δημόσιας υγείας 
 
Ο πολίτης της Ένωσης ή μέλος της οικογενείας του μπορεί να απομακρυνθεί από την επικράτεια κράτους μέλους για λόγους δημόσιας τάξης, δημόσιας ασφάλειας και δημόσιας υγείας. Η απόφαση δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να στηρίζεται σε οικονομικούς λόγους. Όλα τα μέτρα που αναφέρονται στην ελεύθερη κυκλοφορία και διαμονή πρέπει να θεμελιώνονται με βάση την προσωπική συμπεριφορά του ατόμου. Η προσωπική συμπεριφορά πρέπει να συνιστά άμεση χρονικά και αρκούντως σοβαρή απειλή, στρεφόμενη κατά θεμελιώδους συμφέροντος της κοινωνίας.
 
Προηγούμενες ποινικές καταδίκες δεν αποτελούν αυτομάτως λόγο απομάκρυνσης. Η λήξη ισχύος του εγγράφου που επέτρεψε την είσοδο στη χώρα υποδοχής δεν μπορεί να αποτελέσει λόγο λήψης τέτοιου είδους μέτρου.
 
Σε κάθε περίπτωση, πριν από τη λήψη απόφασης απομάκρυνσης του ενδιαφερομένου από την επικράτειά του, το κράτος μέλος υποδοχής οφείλει να αξιολογήσει ορισμένα στοιχεία όπως τη διάρκεια διαμονής του στην επικράτειά του, την ηλικία, την κατάσταση της υγείας του, την οικογενειακή και οικονομική του κατάσταση, την κοινωνική και πολιτιστική ένταξή του στο κράτος μέλος υποδοχής και τους δεσμούς του με τη χώρα καταγωγής. Μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όπου συντρέχουν επιτακτικοί λόγοι δημόσιας ασφάλειας, θα πρέπει να λαμβάνονται μέτρα απέλασης κατά πολίτη της Ένωσης ο οποίος διέμενε στο κράτος μέλος υποδοχής κατά τη διάρκεια των έξι προηγούμενων ετών ή είναι ανήλικος.
 
Κάθε απόφαση περί άρνησης εισόδου ή απομάκρυνσης από την επικράτεια κράτους μέλους πρέπει να κοινοποιείται στον ενδιαφερόμενο κατά τρόπο που να του επιτρέπει να κατανοήσει το περιεχόμενο και τις συνέπειες της απόφασης. Πρέπει να είναι αιτιολογημένη και να αναφέρει τα μέσα προσφυγής και τις προθεσμίες που πρέπει να τηρηθούν. Εκτός από περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης, η προθεσμία για την εγκατάλειψη της επικράτειας δεν μπορεί να είναι μικρότερη του ενός μηνός από την ημερομηνία κοινοποίησης.
 
Σε καμία περίπτωση δεν είναι δυνατόν να ληφθεί το μέτρο της ισόβιας απαγόρευσης εισόδου στην επικράτεια του κράτους μέλους. Ο ενδιαφερόμενος δύναται να υποβάλει αίτηση επανεξέτασης της κατάστασής του μετά τρία έτη. Επιπλέον, η παρούσα οδηγία προβλέπει σειρά διαδικαστικών εγγυήσεων. Ειδικότερα οι ενδιαφερόμενοι έχουν στη διάθεσή τους τα δικαστικά και ενδεχομένως διοικητικά μέσα παροχής έννομης προστασίας στο κράτος μέλος υποδοχής.
 
Τελικές διατάξεις 
 
Τα κράτη μέλη μπορούν να λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα προκειμένου να αρνηθούν, να τερματίσουν ή να ανακαλέσουν οποιοδήποτε δικαίωμα αναγνωριζόμενο από την παρούσα οδηγία, σε περίπτωση κατάχρησης δικαιώματος ή σε περίπτωση απάτης, όπως π.χ. σε περίπτωση εικονικού γάμου.
 
Η οδηγία εφαρμόζεται με την επιφύλαξη ευνοϊκότερων νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων.
 
Από 30 Απριλίου 2006, καταργούνται τα άρθρα 10 και 11 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1612/6864/221/ΕΚ,η οδηγία 68/360/ΕΚη οδηγία 72/194/ΕΟΚη οδηγία 73/148/ΕΟΚη οδηγία 75/34/EOKη οδηγία 75/35/ΕΟΚη οδηγία 90/364/ΕΟΚη οδηγία 90/365/ΕΟΚη οδηγία 93/96/ΕΟΚ.Ο κανονισμός αριθ. 635/2006 της Επιτροπής, της 25ης Απριλίου 2006, καταργεί επίσης τον κανονισμό αριθ. 1251/70 (EN ) λόγω της αντικατάστασης του περιεχομένου του από τις νέες διατάξεις της παρούσας οδηγίας.
 
Ο κανονισμός της Επιτροπής αριθ. 1251/70 καταργήθηκε από την Επιτροπή.
 
Στις 10 Δεκεμβρίου 2008, η Επιτροπή παρουσίασε στο Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έκθεση για την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας. 
 
 
 
 Ο χώρος και η συνεργασία Σένγκεν
 
Ο χώρος και η συνεργασία Σένγκεν βασίζονται στη συνθήκη του Σένγκεν του 1985. Ο χώρος Σένγκεν αποτελεί έδαφος όπου εξασφαλίζεται η ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων. Οι χώρες που έχουν υπογράψει τη συμφωνία κατήργησαν τα εσωτερικά σύνορα , αντικαθιστώντας τα με ενιαία εξωτερικά σύνορα. Εντός του χώρου αυτού εφαρμόζονται κοινοί κανόνες και διαδικασίες όσον αφορά τις θεωρήσεις για διαμονές σύντομης διάρκειας, τις αιτήσεις ασύλου και τους ελέγχους στα σύνορα. Ταυτόχρονα, για τη διασφάλιση της ασφάλειας εντός του χώρου Σένγκεν, ενισχύθηκαν η συνεργασία και ο συντονισμός μεταξύ των αστυνομικών υπηρεσιών και των δικαστικών αρχών. Η συνεργασία Σένγκεν ενσωματώθηκε στο δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) με τη συνθήκη του Αμστερνταμ, το 1997. Ωστόσο, δεν είναι όλες οι χώρες που συμμετέχουν στη συνεργασία Σένγκεν μέλη του χώρου Σένγκεν, είτε γιατί δεν επιθυμούν την κατάργηση των ελέγχων στα σύνορα με τις υπόλοιπες χώρες του χώρου αυτού είτε γιατί δεν πληρούν ακόμα τους απαιτούμενους όρους για την εφαρμογή του κεκτημένου του Σένγκεν.
 
Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1980 άρχισε η συζήτηση σχετικά με τη σημασία της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων. Για ορισμένα κράτη μέλη, η έννοια αυτή θα έπρεπε να εφαρμόζεται μόνο στους πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ), πράγμα που σήμαινε τη διατήρηση των ελέγχων στα σύνορα και το διαχωρισμό μεταξύ των ευρωπαίων πολιτών και των υπηκόων τρίτων χωρών. Aλλα κράτη μέλη, αντίθετα, επιθυμούσαν την καθιέρωση της ελεύθερης κυκλοφορίας για όλους και, κατά συνέπεια, την κατάργηση αυτών των συνοριακών ελέγχων. Επειδή δεν επιτεύχθηκε συμφωνία στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, η Γαλλία, η Γερμανία, το Βέλγιο, το Λουξεμβούργο και οι Κάτω Χώρες αποφάσισαν, το 1985, να δημιουργήσουν μεταξύ τους ένα χώρο χωρίς σύνορα, το χώρο «Σένγκεν», από το όνομα της πόλης του Λουξεμβούργου στην οποία υπογράφηκαν οι πρώτες συμφωνίες. Μετά την υπογραφή της συνθήκης του Αμστερνταμ, αυτή η διακυβερνητική συνεργασία ενσωματώθηκε στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) την 1η Μαΐου 1999.
 
Η ανάπτυξη της συνεργασίας Σένγκεν και η επέκταση του χώρου Σένγκεν 
 
Στις 14 Ιουνίου 1985 υπογράφηκε η πρώτη συμφωνία μεταξύ των πέντε ιδρυτικών μελών. Εκπονήθηκε σύμβαση που υπογράφηκε στις 19 Ιανουαρίου 1990. Αυτή άρχισε να ισχύει το 1995 και επέτρεψε την κατάργηση των ελέγχων στα εσωτερικά σύνορα μεταξύ των χωρών που την είχαν υπογράψει, ενώ δημιούργησε ενιαία εξωτερικά σύνορα, όπου πραγματοποιούνται έλεγχοι εισόδου στον χώρο Σένγκεν σύμφωνα με τις ίδιες διαδικασίες. Καθιερώθηκαν κοινοί κανόνες όσον αφορά την έκδοση θεώρησης, το δικαίωμα ασύλου και τον έλεγχο στα εξωτερικά σύνορα έτσι ώστε να επιτραπεί η ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων στο εσωτερικό των χωρών που έχουν υπογράψει τη σύμβαση χωρίς να διαταράσσεται η δημόσια τάξη.
 
Με αυτή την οπτική, και προκειμένου να συνδυασθεί η ελευθερία με την ασφάλεια, η ελεύθερη αυτή κυκλοφορία συνοδεύεται από τα καλούμενα «αντισταθμιστικά» μέτρα. Πρόκειται για τη βελτίωση της συνεργασίας και του συντονισμού μεταξύ των αστυνομικών υπηρεσιών και των δικαστικών αρχών για τη διαφύλαξη της εσωτερικής ασφάλειας των κρατών μελών και ιδιαίτερα για την καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος. Στο πλαίσιο αυτό δημιουργήθηκε το σύστημα πληροφοριών Σένγκεν (SIS). Το SIS είναι μια πολύπλοκη βάση δεδομένων που επιτρέπει σε αρμόδιες αρχές των κρατών Σένγκεν την ανταλλαγή δεδομένων αναφορικά με ορισμένες κατηγορίες προσώπων και αγαθών.
 
Ο χώρος Σένγκεν επεκτάθηκε σιγά σιγά σε όλα σχεδόν τα κράτη μέλη. Η Ιταλία υπέγραψε τις συμφωνίες στις 27 Νοεμβρίου 1990, η Ισπανία και η Πορτογαλία στις 25 Ιουνίου 1991, η Ελλάδα στις 6 Νοεμβρίου 1992, η Αυστρία στις 28 Απριλίου 1995 και η Δανία, η Φινλανδία και η Σουηδία στις 19 Δεκεμβρίου 1996. Η Τσεχική Δημοκρατία, η Εσθονία, η Λεττονία, η Λιθουανία, η Ουγγαρία, η Μάλτα, Πολωνία, η Σλοβενία και η Σλοβακία εντάχθηκαν στις 21 Δεκεμβρίου 2007 και η Ελβετία, συνδεδεμένη χώρα, στις 12 Δεκεμβρίου 2008. Η Βουλγαρία, η Κύπρος και η Ρουμανία δεν είναι ακόμη πλήρη μέλη του χώρου Σένγκεν. Οι έλεγχοι στα σύνορα μεταξύ των χωρών αυτών και του χώρου Σένγκεν διατηρούνται έως ότου το Συμβούλιο της ΕΕ αποφασίσει ότι πληρούνται οι όροι για την άρση των ελέγχων στα εσωτερικά σύνορα. (Όσον αφορά τη θέση του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ιρλανδίας βλέπε κατωτέρω.)
 
Τα μέτρα που υιοθετήθηκαν από τα κράτη στο πλαίσιο της συνεργασίας Σένγκεν 
 
Οι κύριοι κανόνες που υιοθετήθηκαν στο πλαίσιο Σένγκεν περιλαμβάνουν:
 
  • άρση των ελέγχων στα εσωτερικά σύνορα•
  • κοινή σειρά κανόνων που εφαρμόζονται σε άτομα που διασχίζουν τα εξωτερικά σύνορα των κρατών μελών της ΕΕ•
  • εναρμόνιση των κανόνων σχετικά με τους όρους εισόδου και θεώρησης διαβατηρίου για σύντομες διαμονές•
  • ενισχυμένη αστυνομική συνεργασία (συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων διασυνοριακής παρακολούθησης και συνεχούς καταδίωξης)•
  • ενισχυμένη δικαστική συνεργασία μέσω ενός ταχύτερου συστήματος έκδοσης και καλύτερης μεταβίβασης της εκτέλεσης των κατασταλτικών δικαστικών αποφάσεων•
  • θέσπιση και ανάπτυξη του συστήματος πληροφόρησης Σένγκεν (SIS).
To σύστημα πληροφόρησης Σένγκεν (SIS) 
 
Στο πλαίσιο του μηχανισμού Σένγκεν, εκπονήθηκε ένα σύστημα πληροφοριών. Καθιστά δυνατό τον έλεγχο των εθνικών συνόρων και παρέχει τη δυνατότητα στις δικαστικές αρχές να αποκτούν πληροφορίες σχετικά με πρόσωπα ή αντικείμενα.
 
Τα κράτη μέλη τροφοδοτούν το σύστημα με πληροφορίες μέσω εθνικών δικτύων (N-SIS) που είναι συνδεδεμένα με ένα κεντρικό σύστημα (C-SIS). Αυτό το σύστημα πληροφοριών έρχεται να συμπληρώσει ένα δίκτυο γνωστό ως SIRENE (αίτηση συμπληρωματικών πληροφοριών για εθνικές καταχωρήσεις), το οποίο είναι η ανθρώπινη διεπαφή του SIS.
 
Η ενσωμάτωση του κεκτημένου του Σένγκεν στο πλαίσιο της ΕΕ 
 
Ένα πρωτόκολλο προσαρτημένο στη συνθήκη του Αμστερνταμ επέτρεψε την ενσωμάτωση των αποτελεσμάτων που επέφερε το Σένγκεν στην ΕΕ. Ο χώρος Σένγκεν συναντά το νομικό και θεσμικό πλαίσιο της ΕΕ εντός του οποίου έχει κοινοβουλευτικό και δικαιοδοτικό έλεγχο. Ο στόχος της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων, που εγγράφεται ήδη στην ενιαία ευρωπαϊκή πράξη του 1986, έχει επιτευχθεί και εγγυάται έναν δημοκρατικό κοινοβουλευτικό έλεγχο θέτοντας στη διάθεση των πολιτών δικαστικές προσφυγές όσον αφορά τα δικαιώματά τους (Δικαστήριο ή/και εθνική δικαιοδοσία ανάλογα με τους τομείς).
 
Για να επιτευχθεί αυτή η ενσωμάτωση έχουν ληφθεί διάφορες αποφάσεις από το Συμβούλιο της ΕΕ. Κατ’ αρχάς, όπως προέβλεπε η συνθήκη του Αμστερνταμ, το Συμβούλιο αντικατέστησε την εκτελεστική επιτροπή που είχε δημιουργηθεί με τις συμφωνίες Σένγκεν. Με την απόφασή του 1999/307/ΕΚ της 1ης Μαΐου 1999, το Συμβούλιο καθόρισε τους τρόπους ενσωμάτωσης της γραμματείας Σένγκεν στη γενική γραμματεία του Συμβουλίου, ιδίως εκείνους που αφορούν το απασχολούμενο από τη γραμματεία Σένγκεν προσωπικό. Στη συνέχεια, δημιουργήθηκαν νέες ομάδες εργασίας για να βοηθήσουν το Συμβούλιο στη διαχείριση των εργασιών.
 
Ένα από τα σημαντικότερα καθήκοντα του Συμβουλίου για την ενσωμάτωση του Σένγκεν ήταν να επιλέξει μεταξύ των διατάξεων και των μέτρων που έχουν ληφθεί από τα κράτη που υπέγραψαν τις διακυβερνητικές αυτές συμφωνίες, εκείνες που αποτελούν ένα πραγματικό κεκτημένο, δηλαδή σύνολο πράξεων που θα διατηρηθούν και θα επιτρέψουν τη συνέχιση της συνεργασίας που έχει αναληφθεί. Με τις αποφάσεις 1999/435/ΕΚ και 1999/436/ΕΚ του Συμβουλίου της 20ης Μαΐου του 1999 εκδόθηκε κατάλογος των στοιχείων που αποτελούν το κεκτημένο καθώς και ο ορισμός για το καθένα από αυτά της αντίστοιχης νομικής βάσης στις ευρωπαϊκές συνθήκες (συνθήκη ΕΚ ή συνθήκη για την ΕΕ) . Το μεγαλύτερο μέρος των πράξεων αυτών έχουν δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα. Έκτοτε, η νομοθεσία του Σένγκεν αναπτύχθηκε περαιτέρω. Για παράδειγμα, μερικά άρθρα της σύμβασης του Σένγκεν αντικαταστάθηκαν από νέους νόμους της ΕΕ (π.χ. κώδικας συνόρων του Σένγκεν).
 
Η συμμετοχή της Δανίας 
 
Η Δανία, παρότι έχει υπογράψει τη σύμβαση του Σένγκεν, μπορεί να επιλέξει, στο πλαίσιο της ΕΕ, να εφαρμόσει ή όχι κάθε νέο μέτρο που στηρίζεται στον τίτλο IV της συνθήκης ΕΚ εντός του δικαίου της ΕΕ, ακόμα και αν αυτό μέτρο αποτελεί ανάπτυξη του κεκτημένου του Σένγκεν. Ωστόσο, η Δανία δεσμεύεται από ορισμένα μέτρα όσον αφορά την κοινή πολιτική χορήγησης θεωρήσεων εισόδου.
 
Η συμμετοχή της Ιρλανδίας και του Ηνωμένου Βασιλείου
 
Σύμφωνα με το πρωτόκολλο που προσαρτάται στη συνθήκη του Αμστερνταμ, η Ιρλανδία και το Ηνωμένο Βασίλειο μπορούν να συμμετάσχουν στο σύνολο ή σε μέρος των διατάξεων του κεκτημένου του Σένγκεν έπειτα από ομόφωνη ψήφο του Συμβουλίου των κρατών που συμμετέχουν στις συμφωνίες και του κυβερνητικού εκπροσώπου του συγκεκριμένου κράτους μέλους.
 
Το Ηνωμένο Βασίλειο ζήτησε, τον Μάρτιο του 1999, να συνεργαστεί σε ορισμένες πτυχές του Σένγκεν: την αστυνομική και δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις, την καταπολέμηση των ναρκωτικών και το σύστημα πληροφόρησης του Σένγκεν (SIS).Η απόφαση του Συμβουλίου 2000/365/ΕΚ που εγκρίνει την αίτηση του Ηνωμένου Βασιλείου εκδόθηκε στις 29 Μαΐου 2000.
 
Η Ιρλανδία ζήτησε επίσης, τον Ιούνιο του 2000 να συμμετάσχει σε ορισμένες διατάξεις του κεκτημένου του Σένγκεν, που καλύπτουν με μία μόνο εξαίρεση τις ίδιες διατάξεις της αίτησης του Ηνωμένου Βασιλείου. Το Συμβούλιο ενέκρινε την αίτηση αυτή, με την απόφαση 2002/192/ΕΚ της 28ης Φεβρουαρίου 2002. Η Επιτροπή είχε γνωμοδοτήσει σχετικά με τις δύο αιτήσεις επισημαίνοντας ότι η μερική συμμετοχή των δύο αυτών κρατών στο κεκτημένο του Σένγκεν δεν πρέπει να εμποδίσει τη συνοχή του συνόλου των διατάξεων που αποτελούν το ίδιο το κεκτημένο.
 
Ύστερα από αξιολόγηση των προκαταρκτικών όρων σχετικά με την εφαρμογή των διατάξεων της αστυνομικής και δικαστικής συνεργασίας, το Συμβούλιο, με την απόφασή του 2004/926/ΕΚ της 22ης Δεκεμβρίου 2004, συναίνεσε στην εφαρμογή από το Ηνωμένο Βασίλειο των τμημάτων αυτών του κεκτημένου του Σένγκεν.
 
Οι σχέσεις με τις τρίτες χώρες: κοινές αρχές 
 
Η προοδευτική επέκταση του χώρου Σένγκεν στο σύνολο των κρατών μελών της ΕΕ οδήγησε τρίτες χώρες που διατηρούν ιδιαίτερες σχέσεις με την ΕΕ να συμμετάσχουν στη συνεργασία Σένγκεν. Προϋπόθεση για τη σύνδεση χωρών εκτός της ΕΕ με το κεκτημένο του Σένγκεν είναι η σύναψη συμφωνίας για την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων μεταξύ των κρατών αυτών και της ΕΕ (όπως προβλέπεται από τη Συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο για τις περιπτώσεις της Ιρλανδίας, της Νορβηγίας και του Λιχτενστάιν και από τη Συμφωνία για την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων για την περίπτωση της Ελβετίας).
 
Η συμμετοχή αυτή συνίσταται για τις εν λόγω χώρες στο:
 
  • να συμπεριληφθούν στο χώρο που συγκροτείται από την απουσία ελέγχου στα εσωτερικά σύνορα•
  • να εφαρμόζουν τις διατάξεις του κεκτημένου του Σένγκεν και όλα τα κείμενα που αναφέρονται στη δημιουργία του•
  • να συνεργάζονται στη λήψη αποφάσεων σχετικά με τα κείμενα «Schengen relevant».
Στην πράξη, η συνεργασία αυτή γίνεται με τη μορφή μεικτών επιτροπών που συνεδριάζουν στο περιθώριο των ομάδων εργασίας του Συμβουλίου της ΕΕ. Σ’ αυτές συμμετέχουν εκπρόσωποι των κυβερνήσεων των κρατών μελών της ΕΕ, της Επιτροπής και των κυβερνήσεων των τρίτων χωρών. Οι συνδεδεμένες χώρες συμμετέχουν λοιπόν στις συζητήσεις για την ανάπτυξη του κεκτημένου του Σένγκεν αλλά δεν συμμετέχουν στην ψηφοφορία. ΄Εχουν καθορισθεί διαδικασίες για την κοινοποίηση και την αποδοχή μελλοντικών μέτρων ή πράξεων.
 
Οι σχέσεις με την Ισλανδία και τη Νορβηγία 
 
Η Ισλανδία και η Νορβηγία ανήκουν μαζί με τη Σουηδία, τη Φινλανδία και τη Δανία στη Σκανδιναβική Ένωση Διαβατηρίων, η οποία κατήργησε τους ελέγχους στα κοινά τους σύνορα. Η Ισλανδία και η Νορβηγία συνδέθηκαν με την ανάπτυξη των συμφωνιών Σένγκεν από τις 19 Δεκεμβρίου 1996. Χωρίς να διαθέτουν δικαίωμα ψήφου στο πλαίσιο της εκτελεστικής επιτροπής Σένγκεν, οι χώρες αυτές είχαν τη δυνατότητα να εκφράσουν γνώμες και να διατυπώσουν προτάσεις. Προκειμένου να συνεχισθεί η σύνδεση αυτή, η συμφωνία σχετικά με τη σύνδεση της Ισλανδίας και της Νορβηγίας προς την υλοποίηση, την εφαρμογή και την ανάπτυξη του κεκτημένου του Σένγκεν, βάσει της απόφασης 1999/439/ΕΚ του Συμβουλίου της 17ης Μαΐου 1999, υπογράφηκε στις 18 Μαΐου 1999, μεταξύ της Ισλανδίας, της Νορβηγίας και της ΕΕ.
 
Στους τομείς του κεκτημένου Σένγκεν που εφαρμόζεται στην Ισλανδία και στη Νορβηγία, οι σχέσεις μεταξύ των δύο αυτών χωρών, αφενός, και της Ιρλανδίας και του Ηνωμένου Βασιλείου, αφετέρου, ρυθμίζονται από συμφωνία που εγκρίθηκε από το Συμβούλιο της 28ης Ιουνίου 1999 (Επίσημη Εφημερίδα L 15 της 20.1.2000).
 
Η απόφαση 2000/777/ΕΚ του Συμβουλίου της 1ης Δεκεμβρίου 2000 προβλέπει την εφαρμογή των ρυθμίσεων του κεκτημένου Σένγκεν στα πέντε κράτη της Σκανδιναβικής Ένωσης Διαβατηρίων από την 25η Μαρτίου 2001.
 
Η συμμετοχή της Ελβετίας και του Λιχτενστάιν 
 
Η ΕΕ σύναψε συμφωνία με την Ελβετία για τη συμμετοχή της στον χώρο Σένγκεν [Επίσημη Εφημερίδα L 53 της 27.2.2008]• ακολούθως, η Ελβετία εντάχθηκε στις 12 Δεκεμβρίου 2008. Χαίρει του ίδιου καθεστώτος σύνδεσης με τη Νορβηγία και την Ισλανδία. Στις 28 Φεβρουαρίου 2008 υπογράφηκε πρωτόκολλο για τη συμμετοχή του Λιχτενστάιν στον χώρο Σένγκεν.
 
Το σύστημα πληροφόρησης Σένγκεν δεύτερης γενεάς (SIS II) 
 
Καθώς το SIS βρίσκεται σε επιχειρησιακή φάση από το 1995, βρίσκεται σε εξέλιξη η ανάπτυξη ενός νέου συστήματος με βελτιωμένες λειτουργίες και βασισμένου σε νέες τεχνολογίες. Σήμερα, το νέο αυτό σύστημα (SIS II) υποβάλλεται σε εκτεταμένους ελέγχους, σε συνεργασία με κράτη μέλη.
 
Το Συμβούλιο εξέδωσε στις 6 Δεκεμβρίου 2001 δύο νομοθετικά μέσα: τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2424/2001και την απόφαση 2001/886/ΔΕΥ, με τα οποία ανατίθεται στην Επιτροπή η ανάπτυξη του SIS II και προβλέπεται ότι οι δαπάνες σχετικά με την ανάπτυξη αυτή βαρύνουν τον γενικό προϋπολογισμό της ΕΕ. Τα μέσα αυτά τροποποιήθηκαν το 2006, παρατείνοντας την περίοδο ισχύος τους έως την 31η Δεκεμβρίου 2008.
 
Η Επιτροπή δημοσίευσε στις 18 Δεκεμβρίου 2001 ανακοίνωση [COM(2001) 720] που εξετάζει τις δυνατότητες υλοποίησης και ανάπτυξης του SIS II. Με τη δομή των μελετών και των συζητήσεων που πραγματοποιήθηκαν σχετικά με την αρχιτεκτονική και τις λειτουργίες του μελλοντικού συστήματος, η Επιτροπή υπέβαλε το 2005 τρεις προτάσεις νομοθετικών μέσων. Δύο εκ των μέσων της δέσμης αυτής [κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1987/2006 που προσδιορίζει τις πτυχές 1ου πυλώνα σχετικά με τη δημιουργία, τη λειτουργία και τη χρήση του SIS II και κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1986/2006 σχετικά με την πρόσβαση των υπηρεσιών που είναι επιφορτισμένες με την ταξινόμηση των οχημάτων στο SIS II] εγκρίθηκαν στις 20 Δεκεμβρίου 2006. Το τρίτο μέσο (απόφαση 2007/533/ΔΕΥ που προσδιορίζει τις πτυχές 3ου πυλώνα σχετικά με τη δημιουργία, τη λειτουργία και τη χρήση του SIS II) εκδόθηκε στις 12 Ιουνίου 2007.
 
Το Συμβούλιο Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων του Δεκεμβρίου 2006 ενέκρινε το σχέδιο SISone4all (μία κοινή προσπάθεια των κρατών μελών συντονιζόμενη από την Πορτογαλία). Το SISone4all υπήρξε μια προσωρινή λύση που έδωσε τη δυνατότητα σε 9 κράτη μέλη που εντάχθηκαν στην ΕΕ το 2004 να συνδεθούν με την υφιστάμενη έκδοση του συστήματος SIS (SIS1+), με ορισμένες τεχνικές προσαρμογές. Η επιτυχής ολοκλήρωση του SISone4all, σε συνδυασμό με τις θετικές αξιολογήσεις του Σένγκεν, επέτρεψαν την άρση των ελέγχων στα εσωτερικά χερσαία και θαλάσσια σύνορα τέλη του 2007 και στα αεροδρόμια από τις 30 Μαρτίου 2008.
 
Η άρση των ελέγχων στα εσωτερικά σύνορα χάραξε το δρόμο για την υλοποίηση εναλλακτικών και λιγότερο επικίνδυνων προσεγγίσεων για τη μετάβαση από το SIS1+ στο SIS II. Κατόπιν αιτήσεων των κρατών μελών για διάθεση περισσότερου χρόνου για τη δοκιμή του συστήματος και για τήρηση λιγότερο επικίνδυνης στρατηγικής για τη μετάβαση από το παλιό στο καινούργιο σύστημα, η Επιτροπή υπέβαλε προτάσεις για ένα κανονισμό και μία απόφαση που καθορίζουν τα καθήκοντα και τις ευθύνες των διαφόρων μερών που συμμετέχουν στην προετοιμασία για μετάβαση στο SIS II (συμπεριλαμβανομένων των δοκιμών και όποιων περαιτέρω εργασιών ανάπτυξης που είναι αναγκαίες κατά το στάδιο αυτό). Οι προτάσεις αυτές εγκρίθηκαν από το Συμβούλιο στις 24 Οκτωβρίου 2008. 
 
Για περισσότερες πληροφορίες : 
 
 1.  ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΙΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΕΝΩΣΗ 
 

 2.  ΣΥΣΤΗΜΑ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΣΕΝΓΚΕΝ II 

3.  ΔΙΕΛΕΥΣΗ ΤΩΝ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ ΣΥΝΟΡΩΝ 

 4. ΘΕΩΡΗΣΕΙΣ
 

4.1 Καθεστώς των θεωρήσεων 

4.2. Σύστημα πληροφοριών για τις θεωρήσεις 
 
 
4.3. Προξενική συνεργασία και πλαστογράφηση εγγράφων 
 
 
5. ΑΣΥΛΟ 
 
5.1 Ευρωπαϊκό καθεστώς ασύλου 
 
 
5.2 Ελάχιστη εναρμόνιση των εθνικών νομοθεσιών 
 

 

5.3 Συνεργασία και συντονισμός των καθεστώτων ασύλου 

 

 

5.4 Χρηματοδοτικά προγράμματα 
 

6. ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΩΝ ΥΠΗΚΟΩΝ ΤΡΙΤΩΝ ΧΩΡΩΝ 

6.1 Πολιτική μετανάστευσης 
 

 

6.2 Είσοδος και διαμονή 
 

 

6.3 Παράνομη μετανάστευση 

 

6.4 Επιστροφή και απομάκρυνση 
 
 
6.5 Πληροφόρηση και συνεργασία 
 
 
6.6 Χρηματοδοτικά προγράμματα 
 

 

7. ΣΧΕΣΕΙΣ ΜΕ ΤΙΣ ΤΡΙΤΕΣ ΧΩΡΕΣ 
 
 
7.1 Εξωτερικά σύνορα και θεωρήσεις 
 
 
7.2 Ασυλο
 
  • 7.3 Επιστροφή και επανεισδοχή 

 

 

Δικαστική συνεργασία σε αστικές υποθέσεις

 
Η δικαστική συνεργασία σε αστικές υποθέσεις έχει ως στόχο την εγκαθίδρυση στενής συνεργασίας μεταξύ των αρχών των κρατών μελών. Προτίθεται να εξαλείψει κάθε εμπόδιο λόγω των υφιστάμενων διαφορών μεταξύ των διαφόρων δικαστικών και διοικητικών συστημάτων, και συνεπώς να διευκολύνει την πρόσβαση στη δικαιοσύνη. Θεμέλιος λίθος της δικαστικής συνεργασίας σε αστικές υποθέσεις είναι η αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης και εκτέλεσης δικαστικών και εξώδικων αποφάσεων. Η δικαστική συνεργασία σε αστικές υποθέσεις συμβάλλει στην υλοποίηση του χώρου δικαιοσύνης, ελευθερίας και ασφάλειας, ο οποίος διέπεται από τη Συνθήκη για τη λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (τίτλος V).
 
 
1. ΓΕΝΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ 
2. ΑΜΟΙΒΑΙΑ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΚΑΙ ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΤΩΝ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ 
 
2.1 Πράσινες Βίβλοι 
 
 
 
3. ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΜΕΤΑΞΥ ΤΩΝ ΚΡΑΤΩΝ ΜΕΛΩΝ 
 
4. ΕΦΑΡΜΟΣΤΕΟ ΔΙΚΑΙΟ 
 
5. ΠΡΟΣΒΑΣΗ ΣΤΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ 
 
Δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις 
 
Για την καταπολέμηση του εγκλήματος απαιτείται ενίσχυση του διαλόγου και της δράσης μεταξύ των δικαστικών αρχών των διαφόρων κρατών μελών στον ποινικό τομέα. Συνεπώς, η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) θέσπισε ειδικά όργανα για να διευκολυνθεί η αμοιβαία συνδρομή. Ειδικά, η Eurojust και το ευρωπαϊκό δικαστικό δίκτυο στηρίζουν τη συνεργασία μεταξύ των δικαστικών αρχών.
Η δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις βασίζεται στην αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης των αποφάσεων και της νομολογίας εκ μέρους των κρατών μελών. Αφορά την προσέγγιση των σχετικών εθνικών νόμων και την εφαρμογή ελάχιστων κοινών κανόνων. Οι ελάχιστοι κανόνες έχουν κυρίως να κάνουν με την αποδοχή αποδεικτικών στοιχείων και τα δικαιώματα των θυμάτων αξιόποινων πράξεων καθώς και των ατόμων σε ποινικές διαδικασίες.
Η δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις, που καθιερώθηκε από τη Συνθήκη του Μάαστριχτ το 1993, εμπίπτει στον τίτλο V της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. 
 
1. ΓΕΝΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ 
 

1.2  Eurojust

1.3 Ευρωπαϊκό δίκτυο σημείων επαφής 
 
1.4 Προγράμματα δράσης 
 
2. ΑΜΟΙΒΑΙΑ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ 
 
3. ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΠΟΛΕΜΟΥ 
 
 
Δικαιοσύνη, ελευθερία και ασφάλεια: διεύρυνση 
Ο χώρος ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης αποτελεί μέρος του κοινοτικού κεκτημένου. Επομένως, οι υποψήφιες προς ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) χώρες πρέπει να θεσπίσουν και να θέσουν σε εφαρμογή τα απαραίτητα μέτρα για να ευθυγραμμιστούν προς το κοινωνικό κεκτημένο και τις πρακτικές της ΕΕ. Οι σχετικοί τομείς περιλαμβάνουν τη διαχείριση των συνόρων, την αστική δικαιοσύνη, ή ακόμη την καταπολέμηση των ναρκωτικών, του οργανωμένου εγκλήματος και της νομιμοποίησης προσόδων από παράνομες δραστηριότητες.
Η ένταξη στην ΕΕ συνεπάγεται επίσης την αποδοχή της πλήρους εφαρμογής του κεκτημένου του Σένγκεν. Ωστόσο, η προσχώρηση στην Ένωση δε συνεπάγεται αυτόματη κατάργηση των ελέγχων στα εσωτερικά σύνορα με τα άλλα μέλη του χώρου Σένγκεν. Μία ειδική απόφαση πρέπει να εκδοθεί από το Συμβούλιο, εφόσον πληρούνται οι όροι για την κατάργηση των ελέγχων. 
 

 

 
>